Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τη βασιλόπιτα. Το βραδάκι συγκεντρωνόταν όλη η οικογένεια και ο πατέρας αφού πρώτα τη σταύρωνε με το μαχαίρι, την έκοβε. Τα κομμάτια που έβγαζε, δεν ήταν μόνο για τους παρευρισκόμενους αλλά και για το σπίτι, τα ζώα, τα χωράφια και ότι άλλο ήταν σημαντικό για την οικογένεια. Όταν τελείωναν, οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο για να παίξουν χαρτιά και τα αγόρια κρατώντας ένα μπαστούνι γύριζαν από σπίτι σε σπίτι,να πουν τα κάλαντα. Τα κορίτσια και οι γυναίκες μένανε στο σπίτι.Τα κάλαντα που έλεγαν τα αγόρια ήταν:

Άγιος Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει.
Βασίλη μ' πούθε έρχισει και πουθε κατεβαίνεις;
Ιγώ απ' τα ξένα έρχουμι στο σπίτι μου πηγαίνου.
Κι αν έρχισει απ' τα ξενά , πες μα κανέ τραγούδι.
Ιγώ 'μι νιος γραμματικός, τραγούδια δε γνουρίζω.
Κι αν είσι νιος γραμματικός , πες μας την αλφαβήτα.
Κι στο ραβδί ακούμπησει, να πει την αλφαβήτα.
Κι το ραβδί ήταν ξηρό, χλωρά βλαστάρια απόλκει
κι παν στα χλουρουβλάσταρα περδίκια καθισμένα,
δεν ήταν μόνο πέρδικις ,ήταν κι πιριστέρες.
Χαμωτετάει η πέρδικα, χυμάει η πιριστέρα,
περνούν νερό στα νύχια τους και χώμα στα φτερά τους,
να βρέξουν τον αφέντη τους και την καλή κυρά τους.

Στη συνέχεια ανάλογα με το σπίτι στο οποίο πηγαίνανε λέγανε και τις ευχές που ταίριαζαν.
Αν οι νοικοκυραίοι είχαν πολλά παιδιά έλεγαν.
Κυρά μου τα πιδάκια σου θιός να στα χαρίσει
να στήσεις άσπρο φλάμπουρο στη μέση στην αυλή σου,
να χαίρονται οι φίλοι σου, να σκάνουν οι οχτροί σου.

Αν είχαν στο σπίτι αγόρι τραγουδούσαν:
Κυρά μου τον υγιόκα σου, τον πουλιοχαϊδεμένο,
στα χάδια χάδια τον κρατείς και στα καρύδια παίζει
και στ' αργυρά προσκέφαλα τον έχεις και κοιμάται.
Τον έλουσες τον χτένισες και στο σχολειό τον στέλνεις
κι ο δάσκαλος τον καρτερεί με τη χρυσή τη βέργα.
Παιδί μ' που 'ναι τα γράμματα και που 'ναι το χαρτί σου;
Τα γράμματα είνι στου χαρτί κι ο νους μου πέρα πέρα,
περά περά στις έμορφις περά στις μαυρομάτες
πο 'χουν το μάτι σαν ελιά του φρύδι σαν γαϊτάνι
το δόλιο το ματόφυλλο σαν την ελιά βαμμένο.


Αν στο σπίτι είχαν κορίτσι έλεγαν:
Κυρά μ' τη θυγατέρα σου την πουλιουχαϊδεμένη
στα χάδια χάδια την κρατείς και στα καρύδια παίζει
κι στ' αργυρό προσκέφαλο τη βάζεις και κοιμάται.
Γραμματικός την αγαπά και θέλει να την πάρει.
Θέλει αμπέλια ατρύγητα χουράφια μι τα στάχυα
θέλει κι τουν κυρ Βοριά μι όλα τα καράβια.

Αν στο σπίτι που πήγαιναν κατοικούσε νιόπαντρο ζευγάρι έλεγαν:
Τα δύο δύο νιούτσικα τα δυο στεφανωμένα
που τα στεφάνωσ' ο Χριστός μι δώδεκ' αυγγέλια.

Αν πάλι οι νοικοκυραίοι είχαν πολλά γίδια και πρόβατα τραγουδούσαν:
Αυτά τα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαροστωμένα
που 'χουν τα χίλια πρόβατα τα δυο χιλιάδες γίδια. Στο να βουνό είν τα πρόβατα και στ' άλλο είν' τα γίδια .
Αν κάνουν του κατάφουρου γεμίζ'ν οι κάμποι ούλοι,
αν κάνουν τον ανήφορο γεμίζ'ν τα πλάια ούλα.
Πως βάζει βάζει η μέλισσα να βάζουν τα κουδούνια
πως τρέχει η βρύση το νερό να τρέχει και το γάλα


Αν στο σπίτι είχαν βόδια έλεγαν:
Αυτά τα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαροστρωμένα

πόχουν τα βόδια στο ζυγό τα τρίγωνα στ΄αμπέλι
να βγάζουν τ' άλεσμ' εκατό μουντζούρια τρεις χιλιάδις
κι ιμείς ιδώ τα είπαμι θιός πολύ να δώσει.

Σε όλα τα σπίτια ανεξάρτητα με το τι θα λέγανε τελείωναν πάντα με την ευχή:
Υγεία σας αφήνουμε και δώρα σας ζητούμε
του χρόνου να ξανάρθουμε καλά να σας ηυρούμι
στα σπίτια σας χαρούμενοι παλί να τραγουδούμι.
Οι νοικοκυρές έδιναν τότε στα παιδιά διάφορα κεράσματα, φρούτα ,ξηρούς καρπούς. Αν σε κάποιο σπίτι δεν άνοιγαν και τα παιδιά είχαν την υποψία ότι οι άνθρωποι ήταν μέσα, όταν απομακρυνόταν από το σπίτι έλεγαν κοροϊδευτικά:
Σ' αυτό το σπίτι το ψηλό γιμάτα καλιακούδια
τα μ΄σα γιννούν τα μ'σα κλουσούν,
τα μ'σά σι βγάζν τα μάτια.

Όταν τα παιδιά γύρω στις δώδεκα τελείωναν τα κάλαντα γύριζαν στο σπίτι να κοιμηθούν γιατί την άλλη μέρα είχε εκκλησία. Με το σχόλασμα έπαιρναν φύλλα ελιάς και τα έριχναν στο τζάκι.Όποιου το φύλλο πετιόταν μακριά εκείνος θα ήταν ευτυχισμένος για τη νέα χρονιά .Τη μέρα της Πρωτοχρονίάς έκαναν μια κουλούρα και τη στόλιζαν με λουλούδια. Την κουλούρα αυτή, αν είχαν άλογα τη σκάλωναν στο αυτί τους. Όπως τιναζόταν το άλογο η κουλούρα έπεφτε. Αν έπεφτε με τα λουλούδια προς τα κάτω, ανάποδα δηλαδή, η οικογένεια θα έβγαζε πολύ σίκαλη και δε θα ήταν η τυχερή της χρονιά. Αν όμως έπεφτε με τα λουλούδια προς τα πάνω τότε θα άβγαζαν πολύ σιτάρι, θα ήταν μια καλή χρονιά και όλοι ήταν χαρούμενοι. Όσοι είχαν βόδια την κουλούρα την έβαζαν στα κέρατα του βοδιού.

Τα παιδιά τη μέρα του Αγίου Βασιλείου , μετά την εκκλησία έφαζαν ένα κλαδί ελιάς μεσα σε ένα κουλούρι και γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι έλεγαν:"καλημέρα κι χρόνια πουλλά"και οι νοικοκυρές τα έδιναν κουλούρια, σύκα, ξυλοκέρατα, καρύδια, μύγδαλα, τηγανίτες, καραμέλες αλλά όλα από ένα, γιατί δεν είχε ο κόσμος. Όλα αυτά τα κεράσματα τα έβαζαν σε υφασμάτινες τσάτες που είχανε μαζί τους.

Τη μέρα της Πρωτοχρονάς οι περισσότεροι έτρωγαν τε κεφάλι από το γουρούνι που είχαν σφάξει του Αγίου Στεφάνου. Το έβραζαν από την παραμονή μέσα στην μπακράτσα και γινόταν τρεμούλα . Από εκεί έβγαζαν και έτρωγαν.

Όπως τα έθιμα των Χριστουγέννων και τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς μας τα διηγήθηκαν ο κύριος Νίκου Ρήγας και η κυρία Νίκου Μαρία και αφορούν μέχρι και τη δεκαετία του 1930.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου